Στους διάφορους καφέδες που πίνω με φίλους, ανακαλύπτω μια υποβόσκουσα αντίληψη σχετικά με τις σχέσεις. Ότι η σχέση-δεσμός είναι πλέον κάτι ανέφικτο καθώς ο έρωτας έχει πεθάνει με αναγκαία εναλλακτική επιλογή τη σχέση-σέξ. Η σχέση-σέξ, είναι μια χαρά, μέχρι τη στιγμή που χρειάζεσαι κάτι περισσότερο από σαρκική ευχαρίστηση και οικειότητα. Τέτοιου είδους σχέση είναι ικανή να σου γεμίσει την αγκαλιά αλλά όχι την καρδιά. Καλύπτει την ανάγκη της επιφανειακής μοναξιάς, αλλά προβάλλει βαθύτερα αισθήματα μοναξιάς που δύσκολα ανιχνεύονται, αλλά αποτελούν τη ρίζα του «κακού» που βιώνουμε μέσα μας.
Το πρόβλημα με τη σχέση-σεξ, δεν είναι η αγάπη και έρωτας (ή η έλλειψη αυτών). Άλλωστε, οι δυο αυτές ορολογίες έχουν διαφορετικές ερμηνείες βάση βιωμάτων του καθενός μας. Αυτό που λείπει από τη σχέση-σεξ είναι η ποίηση. Η ταπεινή πεποίθηση ότι αν υπήρχε θεός και ενσαρκωνόταν σε άνθρωπο θα ήταν ποιητής εφαρμόζεται απόλυτα στο θέμα.
Μόνο ένας ποιητής μπορεί να περιγράψει το συναίσθημα ευδαιμονίας, αγάπης και λατρείας στον τρόπο που αυτή γεμίζει ένα ποτήρι με κρασί. Μόνο η ποίηση και τα ανθρώπινα συναισθήματα έχουν χώρο για υπερβολή. Πως αλλιώς να εξηγήσεις ότι ανακαλείς άσχημες θύμησες αλλά γελάς γιατί βλέπεις να περνάνε μπροστά σου τα χείλια της που κλείνουν προς τα κάτω όταν είναι πικραμένη; Πως αλλιώς ερμηνεύεται η λατρεία του βλέμματος της όταν περνά καλά; Δεν υπάρχει άλλος τρόπος εξήγησης της εκτίμησης της σιωπής μεταξύ των δυο, αλλά παράλληλα της ακατάπαυστης πολυλογίας των βλεμμάτων.
Πως αλλιώς δικαιολογείται το να πληγώνεσαι επειδή πλήγωσες; Όταν δηλαδή αυτή προσπαθεί (συνειδητά η ασυνείδητα) να σε κάνει να πονέσεις για να καλύψει τις πληγές της, αλλά εσύ πληγώνεσαι όχι από τα λόγια της που πονούν, αλλά επειδή την πλήγωσες.
Μόνο η ποίηση μπορεί να χωρέσει δυο ανθρώπους που θέλουν να είναι σύνολο.
Ακολουθεί το αγαπημένο μου ποίημα του Ρίτσου με τίτλο Γυμνὸ σῶμα
Εἶπε:
ψηφίζω τὸ γαλάζιο.
Ἐγὼ τὸ κόκκινο.
Κι ἐγώ.Τὸ σῶμα σου ὡραῖο
Τὸ σῶμα σου ἀπέραντο.
Χάθηκα στὸ ἀπέραντο.Διαστολὴ τῆς νύχτας.
Διαστολὴ τοῦ σώματος.
Συστολὴ τῆς ψυχῆς.Ὅσο ἀπομακρύνεσαι
Σὲ πλησιάζω.Ἕνα ἄστρο
ἔκαψε τὸ σπίτι μου.Οἱ νύχτες μὲ στενεύουν
στὴν ἀπουσία σου.
Σὲ ἀναπνέω.Ἡ γλῶσσα μου στὸ στόμα σου
ἡ γλῶσσα σου στὸ στόμα μου-
σκοτεινὸ δάσος.
Οἱ ξυλοκόποι χάθηκαν
καὶ τὰ πουλιά.Ὅπου βρίσκεσαι
ὑπάρχω.Τὰ χείλη μου
περιτρέχουν τ᾿ ἀφτί σου.Τόσο μικρὸ καὶ τρυφερὸ
πῶς χωράει
ὅλη τὴ μουσική;Ἡδονή-
πέρα ἀπ᾿ τὴ γέννηση,
πέρα ἀπ᾿ τὸ θάνατο.
Τελικὸ κι αἰώνιο
παρόν.Ἀγγίζω τὰ δάχτυλα
τῶν ποδιῶν σου.
Τί ἀναρίθμητος ὀ κόσμος.Μέσα σε λίγες νύχτες
πῶς πλάθεται καὶ καταρρέει
ὅλος ὁ κόσμος;Ἡ γλῶσσα ἐγγίζει
βαθύτερα ἀπ᾿ τὰ δάχτυλα.
Ἑνώνεται.Τώρα
μὲ τὴ δική σου ἀναπνοὴ
ρυθμίζεται τὸ βῆμα μου
κι ὁ σφυγμός μου.Δυὸ μῆνες ποὺ δὲ σμίξαμε.
Ἕνας αἰῶνας
κι ἐννιὰ δευτερόλεπτα.Τί νὰ τὰ κάνω τ᾿ ἄστρα
ἀφοῦ λείπεις;Μὲ τὸ κόκκινο τοῦ αἵματος
εἶμαι.
Εἶμαι γιὰ σένα.Ἀθήνα 24.9.80

